Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.834.003 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

σώμα

0,03 sec.
σώμα cos Körper body, field, frame cuerpo corps corpo جسم tělo krop keho tijelo corpo lichaam kropp ciało тело kropp ร่างกาย beden thân thể 身体
ουσ ουδ σώμα ['soma]
1 τα μέλη και τα όργανα ανθρώπων και ζώων corps
γυμνασμένο σώμα un corps d'athlète/bien bâti
2 το δέρμα corpspeau
κρέμα σώματος une crème de corpsune crème pour la peau
3 η υλική πλευρά του ανθρώπου corps
το σώμα και το πνεύμα le corps et l'esprit
4 σύνολο προσώπων με συγκεκριμένο ρόλο corps
διπλωματικό σώμα le corps diplomatique
εκλογικό σώμα le corps électoral
σώμα με σώμα
σώμα σε επαφή με άλλο σώμα corps à corps
παλεύω σώμα με σώμα lutter corps à corps


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.