Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.332.927 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τάξη

0,03 sec.
τάξη class, classroom, grade, order, taxon classe, ordre فصل مدرسى třída klasse Klasse clase luokka razred classe 分類 계급 klasse klasse klasa classe класс klass ชั้นเรียน sınıf giai cấp 阶级
ουσ θ τάξη ['taksi]
1 η έλλειψη ακαταστασίας ordre
Επικρατεί τάξη εδώ. L'ordre règne ici.
2 μεθοδικότητα ordre
Δουλεύει με τάξη. Il travaille de façon ordonnée/systématique.
3 επίπεδο, στρώμα classe; couche
κοινωνική τάξη une classe sociale
4 ύψος ordre
ποσό της τάξης των χιλίων ευρώ une somme de l'ordre de mille euros
5 η αίθουσα διδασκαλίας classe
Eίμαστε είκοσι στην τάξη. Nous sommes vingt en classe.
6 η χρονιά στο σχολείο année (scolaire)
Τι τάξη πας; Tu es en quelle année ?
μένω στην ίδια τάξη rater son année scolairedoubler sa classe


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.