| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.931.486 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τέλειος |
0,02 sec. |
|
τέλειος perfect تام dokonalý perfekt perfekt perfecto täydellinen parfait savršen perfetto 完璧な 완벽한 perfect perfekt doskonały perfeito совершенный perfekt ถูกต้อง mükemmel hoàn thiện 完美的 επίθ α / θ / ουδ τέλειος, τέλεια, τέλειο ['telios, 'telia, 'telio] 1 άψογος exemplaire 3 ολοκληρωτικός, απόλυτος accompli/-ie τέλεια καταστροφή une destruction accomplie επίρρ τέλεια ['telia] parfaità la perfection Τέλεια! Parfait ! Έπαιξε τέλεια. Il a joué à la perfection. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|