Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.908.290 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τέρας

0,01 sec.
τέρας Ungeheuer monster monstro monstre مسخ nestvůra monster monstruo hirviö čudovište mostro 怪物 괴물 monster monster potwór monstro монстр monster สัตว์ประหลาด canavar quái vật 怪物
ουσ ουδ τέρας ['teras]
1 τρομακτική ύπαρξη των παραμυθιών monstre
Η κόρη μου φοβάται τα τέρατα. Ma fille a peur des monstres.
2 απάνθρωπο άτομο monstremonstrueux/-euse
Eίναι σκληρός άνθρωπος, ένα τέρας. Il est dur, monstrueux.
3 φρικτό δημιούργημα horreur
Τι είναι αυτό το τέρας που έφτιαξες; C'est quoi cette horreur que tu as fabriquée?
4 υπερβολικά ογκώδης monstrueux
ένα κτίριο τέρας un building monstrueux
5 φαινόμενο monstre
ιερό τέρας του θεάτρου un monstre sacré du théâtre


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.