| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.908.290 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τέρας |
0,01 sec. |
|
τέρας Ungeheuer monster monstro monstre مسخ nestvůra monster monstruo hirviö čudovište mostro 怪物 괴물 monster monster potwór monstro монстр monster สัตว์ประหลาด canavar quái vật 怪物 ουσ ουδ τέρας ['teras] 1 τρομακτική ύπαρξη των παραμυθιών monstre 2 απάνθρωπο άτομο monstremonstrueux/-euse Eίναι σκληρός άνθρωπος, ένα τέρας. Il est dur, monstrueux. 3 φρικτό δημιούργημα horreur 4 υπερβολικά ογκώδης monstrueux ένα κτίριο τέρας un building monstrueux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|