Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.686.884 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τέρμα

0,02 sec.
τέρμα end, goal, goalpost, terminus, finish but, fin, finalité, terme, arrivée نهاية konec afslutning Ende acabado loppu završnica rifinitura 終わり afwerking avslutning koniec término конец slutspurt ตอนจบ son phần kết thúc 完成
ουσ ουδ τέρμα ['terma]
1 το τελευταίο σημείο bout
το τέρμα διαδρομής le terminus
2 η άκρη bord
το τέρμα του οικοπέδου l'extrémité du terrain
3 το σημείο όπου βάζει κν γκολ but
η γραμμή τέρματος la ligne du but
επίρρ τέρμα
1 τελείως aveuglément
Άνοιξε τέρμα την τέντα. Il a ouvert entièrement la tente.
2 στο πιο δυνατό σημείο très fort
βάζω τέρμα τη μουσική mettre la musique très fort


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.