Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.494.182 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τίτλος

0,02 sec.
τίτλος titre appellation, title لَقَبْ název titel Titel título nimi naslov titolo 題名 제목 titel tittel tytuł título название titel ชื่อเรื่อง başlık cái tít 标题
ουσ α τίτλος ['titlos]
1 η ονομασία κεφαλαίου, βιβλίου κ.λπ. titre
τίτλος άρθρου le titre d'un article
2 όνομα που δείχνει κοινωνική τάξη ή αξίωμα titre
τίτλος ευγενείας un titre de noblesse
ο τίτλος του προέδρου le titre de président
3 πτυχίο, δίπλωμα titre
πανεπιστημιακός τίτλος un titre universitaire
πληθυντικός τίτλοι ['titli] η αναφορά στους συντελεστές παραγωγής έργου ή εκπομπής générique
οι τίτλοι στην αρχή και στο τέλος έργου le générique de début et le générique de fin


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.