| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.861.972 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ταΐζω |
0,02 sec. |
|
ταΐζω يُطْعِم ταΐζω nakrmit ταΐζω fodre ταΐζω füttern ταΐζω feed ταΐζω alimentar, dar de comer ταΐζω syöttää tai ruokkia ταΐζω nourrir ταΐζω hraniti ταΐζω nutrire ταΐζω 食物を与える ταΐζω 음식(먹이)을 주다 ταΐζω voeden ταΐζω mate ταΐζω nakarmić ταΐζω alimentar ταΐζω кормить ταΐζω mata ταΐζω ให้อาหาร ταΐζω beslemek ταΐζω cho ăn ταΐζω 喂养 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|