Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.459.465 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ταίριασμα

0,01 sec.
ταίριασμα شريك حياة, نوبة
ταίριασμα partie, střih
ταίριασμα anfald, match
ταίριασμα Anfall, Partie
ταίριασμα fit, match
ταίριασμα ataque, pareja
ταίριασμα liitto, sopivuus
ταίριασμα alliance, crise
ταίριασμα pristajanje, spoj
ταίριασμα convulsione, coppia
ταίριασμα 発作, 縁組み
ταίριασμα 쌍의 한쪽, 적합성
ταίριασμα koppel, vlaag
ταίριασμα anfall, parti
ταίριασμα dopasowanie, dopasowywanie
ταίριασμα caimento, companheiro, convulsão
ταίριασμα партия, припадок
ταίριασμα anfall, parti
ταίριασμα ความพอดี, คู่ที่เหมือนกัน
ταίριασμα denk, uyma
ταίριασμα sự kết đôi, sự vừa vặn
ταίριασμα 匹配, 痉挛


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.