| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.666.580 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ταιριάζω |
0,04 sec. |
|
ταιριάζω abstimmern, anpassen, passen, regeln, zusammenpassen aller avec, convenir match, fit يُناسِب hodit (se) passe encajar sopia podesiti adattarsi 適する 적합하다 geschikt zijn passe (for) dostosować convir быть впору passa พอดี uydurmak phù hợp 合适 ρ μετβ ταιριάζω [ter'jazo] συνδυάζω με επιτυχία assortirappareiller ρ αμετβ ταιριάζω 1 δημιουργώ αρμονικό συνδυασμό aller bien 2 έχω κοινά σημεία με κπ s'entendreconcorder Οι ιδέες τους δεν ταιριάζουν. Leurs idées ne concordent pas. 3 προσαρμόζομαι convenir ταιριάζω στο πνεύμα της ομάδας convenir à l'esprit de l'équipe 4 συμπίπτω concorder Οι μαρτυρίες τους δεν ταιριάζουν. Leurs témoignages ne concordent guère. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|