Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.469.404 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ταιριάζω

0,01 sec.
ταιριάζω abstimmern, anpassen, passen, regeln, zusammenpassen aller avec, convenir match, fit يُناسِب hodit (se) passe encajar sopia podesiti adattarsi 適する 적합하다 geschikt zijn passe (for) dostosować convir быть впору passa พอดี uydurmak phù hợp 合适
ρ μετβ ταιριάζω [ter'jazo]
συνδυάζω με επιτυχία assortirappareiller
ταιριάζω ρούχα assortir des vêtements
ρ αμετβ ταιριάζω
1 δημιουργώ αρμονικό συνδυασμό aller bien
To κόκκινο ταιριάζει με το μπλε. Le rouge va bien avec le bleu.
2 έχω κοινά σημεία με κπ s'entendreconcorder
Εμείς οι δυο ταιριάζουμε. Nous nous entendons bien nous deux.
Οι ιδέες τους δεν ταιριάζουν. Leurs idées ne concordent pas.
3 προσαρμόζομαι convenir
ταιριάζω στο πνεύμα της ομάδας convenir à l'esprit de l'équipe
4 συμπίπτω concorder
Οι μαρτυρίες τους δεν ταιριάζουν. Leurs témoignages ne concordent guère.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.