| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.470.216 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τακτικός |
0,01 sec. |
|
|
τακτικός neat, regular, routine, tactical ordonné, tactique, régulier مُعتاد běžný regelmæssig normal regular tavallinen redovan regolare 定期的な 규칙적인 regelmatig ordinær regularny regular обычный regelbunden เป็นประจำ düzenli thông thường 经常的 רגיל
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|