| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.471.373 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ταλαιπωρία |
0,01 sec. |
|
|
ταλαιπωρία discomfort, trouble sofrimento المعاناة cierpienie Leiden souffrance lijden 痛苦 sufrimiento страдание 痛苦 utrpení lidelser סבל 苦しみ 고통 lidande
ουσ θ ταλαιπωρία [talepo'ria] δοκιμασία, βάσανο désagrément; épreuve προκαλώ ταλαιπωρία causer un désagrément η ταλαιπωρία της μετακόμισης l'épreuve du déménagement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|