Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.623.315 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ταξίδι

0,04 sec.
ταξίδι journey, trip, tour, travel, traveling, travelling matka, matkailu, matkustus voyage, trajet viaggio călătorie viagem, jornada رحلة, سَفَر, سِفر cesta, cestování det at rejse, rejse Reise, Reisen trayecto, viaje putovanje 旅行 여행 reis, reizen reise, reising podróż, podróżowanie путешествие resa, resande การเดินทาง seyahat, seyahat etme, yolculuk cuộc hành trình, sự đi lại, sự du lịch 旅行
ουσ ουδ ταξίδι [ta'ksiði]
1 η διαδρομή voyage; trajet
Κάνατε καλό ταξίδι; Avez-vous fait un bon voyage ?£££
Το ταξίδι με μοτοσικλέτα μπορεί να είναι κουραστικό. Le trajet à moto risque d'être fatigant.
2 η επίσκεψη σε άλλους τόπους voyage
Κάνω πολλά ταξίδια. Je pars souvent en voyage.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.