| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.415.776 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ταξιδιωτικός |
0,04 sec. |
|
ταξιδιωτικός voyageur επίθ α / θ / ουδ ταξιδιωτικός, ταξιδιωτική, ταξιδιωτικό [taksiðjoti'kos, taksiðjoti'ci, taksiðjoti'ko] 1 που έχει σχέση με ταξίδι de voyage ταξιδιωτικός σάκος un sac de voyage 2 τουριστικός touristique ταξιδιωτικός οδηγός un guide touristique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|