| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.906.292 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ταξινομώ |
0,01 sec. |
|
ταξινομώ classifier, classer assort, classify, tabulate, rank يُرَتِب zařadit (se) mezi rangere zählen zu estar clasificado olla arvoltaan nanizati classificare ランク付けする 위치하게 하다 de hoogste positie bekleden rangere zaliczać się figurar располагать в ряд ha en plats จัดแถว sıralamak giữ vị trí 排列 ρ μετβ ταξινομώ [taksino'mo] κατατάσσω classifierclasser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|