| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.175.670 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ταπεινωτικός |
0,02 sec. |
|
ταπεινωτικός humilating humiliant επίθ α / θ / ουδ ταπεινωτικός, ταπεινωτική, ταπεινωτικό [tapinoti'kos, tapinoti'ci, tapinoti'ko] προσβλητικός, εξευτελιστικός humiliant/-anteavilissant/-ante υφίσταμαι μια ταπεινωτική μεταχείριση subir un traitement humiliant ταπεινωτική εργασία une tâche avilissante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|