Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.860.342 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ταπεινός
(προωθήθηκε από ταπεινό)

0,01 sec.
ταπεινός humble, modest, abject humble متواضع pokorný ydmyg bescheiden humilde nöyrä skroman umile 謙虚な 겸손한 bescheiden ydmyk pokorny humilde скромный ödmjuk ถ่อมตัว alçak gönüllü khiêm tốn 微贱的
επίθ α / θ / ουδ ταπεινός, ταπεινή, ταπεινό [tapi'nos, tapi'ni, tapi'no]
1 σεμνός humblemodeste
κατά την ταπεινή μου γνώμη à mon humble avis
2 τιποτένιος méprisablevil, vile
έχω ταπεινά κίνητρα avoir des motifs vils
επίρρ ταπεινά [tapi'na]
χωρίς υπερβολική υπερηφάνεια humblementmodestement
φέρομαι ταπεινά στους άλλους se comporter humblement envers les autres


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.