| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.961.847 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ταραγμένος |
0,01 sec. |
|
ταραγμένος agité, secoué choppy, upset, shaken مهزوز otřesený rystet erschüttert agitado ravistettu potresen scosso 揺さぶられた 흔들린 wankel rystet wstrząśnięty abalado расшатанный skakad ที่ทำให้ว้าวุ่นใจ sarsılmış bàng hoàng 颤抖的 επίθ α / θ / ουδ ταραγμένος, ταραγμένη, ταραγμένο [taraɣ'menos, taraɣ'meni, taraɣ'meno] 1 ανήσυχος, αναστατωμένος agité/-éetroublé/-ée ταραγμένος ύπνος un sommeil agité 2 που δεν είναι ήρεμος agité/-éemouvementé/-ée ταραγμένη θάλασσα une mer agitée ταραγμένη νύχτα une nuit mouvementée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|