| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.489.397 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ταυτίζω |
0,02 sec. |
|
|
ταυτίζω identify identifier
ρ μετβ ταυτίζω [ta'ftizo] ρ μεσοπαθ ταυτίζομαι [ta'ftizome] γίνομαι ένα, ίδιος με κτ s'identifier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|