| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.489.607 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ταυτότητα |
0,01 sec. |
|
|
ταυτότητα Identität ID, identity, identification identeco identité هَويّة totožnost identitet identidad henkilöllisyys identitet identità 身元 정체성 identiteit identitet tożsamość identidade идентичность identitet เอกลักษณ์ kimlik danh tính 身份 זהות
ουσ θ ταυτότητα [ta'ftotita] 1 τα κύρια χαρακτηριστικά identité η πολιτιστική ταυτότητα l'identité culturelle 2 επίσημη κάρτα με τα βασικά στοιχεία του κατόχου της identité δελτίο ταυτότητας une carte d'identité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|