Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.623.349 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ταχυδρομείο

0,02 sec.
ταχυδρομείο post office, mail بريد, مكتب البريد pošta post, postkontor Post, Postamt correo, oficina de correos posti, postitoimisto bureau de poste, courrier pošta posta, ufficio postale 郵便, 郵便局 우체국, 우편물 post, postkantoor post, postkontor poczta, urząd pocztowy correio, correspondência почта post ไปรษณีย์, จดหมาย posta, postane bưu điện, thư từ 邮件, 邮局
ουσ ουδ ταχυδρομείο [taçiðro'mio]
1 η υπηρεσία διαχείρισης της αλληλογραφίας postebureau de poste
Στο στέλνω με ταχυδρομείο. Je te l'envoie par la poste.
2 το σύνολο των επιστολών, δεμάτων κ.λπ. courrier
Έχεις ταχυδρομείο. Tu as du courrier.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.