| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.780.416 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τείνω |
0,02 sec. |
|
τείνω extend, tend tendre, avoir tendance à يتجه إلى mít tendenci have tendens til tendieren tender olla taipuvainen johonkin težiti tendere 傾向がある 경향이 있다 neigen føre skłonić się tender клониться vårda โน้มเอียง eğilim göstermek có xu hướng 倾向于 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|