| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.501.498 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τελειώνω |
0,01 sec. |
|
|
τελειώνω end, finish, stop, conclude кончать, кончить, кончиться, заканчивать يَخْتَتِم, يَنْتَهي skončit slutte beenden acabar, finalizar lopettaa, loppua finir završiti finire, terminare 終える, 終わる …을 끝내다, 끝나다 eindigen, voltooien avslutte, slutte skończyć terminar avsluta จบ, ทำให้สิ้นสุด bitmek, sona erdirmek kết thúc 完成, 结束
ρ αμετβ τελειώνω 1 ολοκληρώνομαι, λήγω se terminerêtre fini/-ie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|