Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.507.471 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τελευταίος

0,03 sec.
τελευταίος poslední last, latter lasta último viimeinen dernier utolsó ultimo ostatni último أخير sidst letzter zadnji 最後の 마지막의 laatst sist последний sist สุดท้าย son sau cùng 最后的
επίθ α / θ / ουδ τελευταίος, τελευταία, τελευταίο [tele'fteos, tele'ftea, tele'fteo]
1 τελικός dernier/-ière
τελευταίος αποχαιρετισμός le dernier adieu
2 ο προηγούμενος exprécédent/-ente
την τελευταία εβδομάδα la semaine dernière
3 σύγχρονος dernier
η τελευταία τεχνολογία la dernière technologie
η τελευταία λέξη (της τεχνολογίας)
η πιο σύγχρονη le nec plus ultra (de la technologie)(technologie) de pointe
επίρρ τελευταία [tele'ftea] dernièrement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.