| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.440.225 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τελεφερίκ |
0,01 sec. |
|
τελεφερίκ téléphérique ترام lanovka tovbanevogn Seilbahn cable car teleférico köysiratavaunu žičara cabina della funivia ケーブルカー 케이블카 kabelwagen taubane kolejka linowa carro eléctrico, funicular вагон фуникулера spårvagn รถที่เคลื่อนที่โดยสายเคเบิล teleferik xe cáp treo 缆车 ουσ ουδ άκλ τελεφερίκ [telefe'rik] είδος σιδηρόδρομου για δύσβατες περιοχές téléférique/téléphérique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|