| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.508.146 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τελικά |
0,01 sec. |
|
|
τελικά eventually, finally, ultimately, last τελικά finalement, au bout du compte, dernièrement τελικά nakonec, naposled τελικά i sidste ende, omsider, sidst τελικά letztlich, schließlich, zuletzt τελικά en última instancia, finalmente, última vez τελικά lopulta, pohjimmiltaan, viimeiseksi τελικά konačno, skrajnje, zadnje τελικά infine, per ultimo τελικά ついに, 最後に, 最終的に τελικά 결국, 마침내 τελικά als laatste, uiteindelijk τελικά etter hvert, sist, til sist τελικά ostatecznie, ostatnio τελικά в конце, в конце концов τελικά sist, slutligen τελικά ในที่สุด, ท้ายที่สุด, ล่าสุด τελικά eninde sonunda, sonda, sonuçta τελικά cuối cùng, cuối cùng thì, sau cùng Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|