| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.615.374 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τελικός |
0,03 sec. |
|
τελικός final, ultimate fina final, finale نهائي finále, konečný endelig, finale Endspiel, letzter final, último finaali, lopullinen konačan, konačnica finale 最終の, 決勝 결승전, 마지막의 finale, laatste endelig, finale finał, końcowy final завершающий, финал final, slutlig สุดท้าย, อันสุดท้าย son cuối cùng, trận chung kết 决赛, 最后的 επίθ α / θ / ουδ τελικός, τελική, τελικό [teli'kos, teli'ci, teli'ko] επίρρ τελικά [teli'ka] στο τέλος finalement Τελικά αποφάσισα να μείνω. Finalement j'ai décidé de rester. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|