| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.509.320 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τεντώνομαι |
0,01 sec. |
|
|
τεντώνομαι stretch τεντώνομαι يمتد τεντώνομαι protáhnout (se) τεντώνομαι strække (sig) τεντώνομαι erstrecken (sich) τεντώνομαι estirar τεντώνομαι venyä τεντώνομαι étirer τεντώνομαι rastezati τεντώνομαι estendersi τεντώνομαι 伸びる τεντώνομαι 뻗어 있다 τεντώνομαι uitstrekken (zich) τεντώνομαι strekke τεντώνομαι przeciągnąć się τεντώνομαι esticar τεντώνομαι тянуться τεντώνομαι sträcka τεντώνομαι ขยายออก τεντώνομαι uzanmak τεντώνομαι kéo dài τεντώνομαι 拉长 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|