| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.441.513 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τερατώδης |
0,02 sec. |
|
τερατώδης mostrueux grotesque επίθ α / ουδ τερατώδης, τερατώδες [tera'toðis, tera'toðes] 1 άσχημος σαν τέρας monstrueux/-euse μια τερατώδης φάτσα une figure monstrueuse 2 τεράστιος épouvantableterrible τερατώδεις διαστάσεις des dimensions monstrueuses Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|