Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.108.037 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τετελεσμένος

0,06 sec.
τετελεσμένος مُستَكمَل
τετελεσμένος hotový
τετελεσμένος afsluttet
τετελεσμένος erledigt
τετελεσμένος done
τετελεσμένος hecho
τετελεσμένος tehty
τετελεσμένος fait
τετελεσμένος gotov
τετελεσμένος fatto
τετελεσμένος 終了した
τετελεσμένος 끝난
τετελεσμένος klaar
τετελεσμένος ferdig
τετελεσμένος sporządzony
τετελεσμένος feito
τετελεσμένος сделанный
τετελεσμένος gjord
τετελεσμένος เสร็จสิ้น
τετελεσμένος yapılmış
τετελεσμένος đã xong
τετελεσμένος 完成了


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.