| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.002.547 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τεχνικός |
0,01 sec. |
|
τεχνικός technical, technician technique, technicien تقني, فَنِّي technický, technik tekniker, teknisk Techniker, technisch técnico teknikko, tekninen tehničar, tehnički tecnico 専門技術者, 専門的な 기술자, 기술적인 technicus, technisch tekniker, teknisk techniczny, technik técnico техник, технический tekniker, teknisk เกี่ยวกับวิชาช่าง, ผู้ที่มีความชำนาญเฉพาะด้าน teknik, teknisyen kỹ thuật, kỹ thuật viên 技术员, 技术的 επίθ α / θ / ουδ τεχνικός, τεχνική, τεχνικό [texni'kos, texni'ci, texni'ko] 3 σχετικός με οδηγίες technique τεχνικές γνώσεις des connaissances techniques ουσ α/θ τεχνικός επαγγελματίας σε τεχνικό τομέα technicien; technicienne επίρρ τεχνικά [texni'ka] techniquement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|