| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.110.101 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τεχνολογία |
0,02 sec. |
|
τεχνολογία technology teknologio technologie تكنولوجيا technologie teknologi Technologie tecnología teknologia tehnologija tecnologia 技術 기술 technologie teknologi technologia tecnologia технология teknologi การนำเอาวิทยาศาสตร์มาใช้ในการปฏิบัติ teknoloji công nghệ 科技 ουσ θ τεχνολογία [texnolo'ʝia] οι επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις technologie η ανάπτυξη της τεχνολογίας le développement de la technologie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|