| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.752.189 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τεχνολογικός |
0,04 sec. |
|
|
τεχνολογικός technologique technological تكنولوجي technologický teknologisk technologisch tecnológico teknologinen tehnološki tecnologico 技術的な 기술학상의 technologisch teknologisk technologiczny tecnológico технологический teknologisk ทางเทคโนโลยี teknolojik liên quan đến công nghệ 科技的, 技术 技術
επίθ α / θ / ουδ τεχνολογικός, τεχνολογική, τεχνολογικό [texnoloʝi'kos, texnoloʝi'ci, texnoloʝi'ko] σχετικός με την τεχνολογία technologique η τεχνολογική πρόοδος le progrès technologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|