Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.125.137 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τζίντζερ

0,02 sec.
τζίντζερ زَنْجَبيل
τζίντζερ zázvor
τζίντζερ rødblond
τζίντζερ Ingwer
τζίντζερ ginger
τζίντζερ jengibre
τζίντζερ inkivääri
τζίντζερ gingembre
τζίντζερ đumbir
τζίντζερ zenzero
τζίντζερ ショウガ
τζίντζερ 생강
τζίντζερ gember
τζίντζερ ingefær
τζίντζερ imbir
τζίντζερ gengibre
τζίντζερ имбирь
τζίντζερ ingefära
τζίντζερ ขิง
τζίντζερ zencefil
τζίντζερ gừng
τζίντζερ 生姜


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.