Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.653.327 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τζιν

0,02 sec.
τζιν denim, gin, jeans شراب الجين المُسكِر, ملابس الجينز džin, džíny gin, jeans Gin, Jeans ginebra, jeans, tejanos farkut, gini gin, jean džin, traperice gin, jeans ジーンズ, ジン 진, 청바지 jeans, jenever gin, jeans dżin, dżinsy gim, gin, jeans джин, джинсы gin, jeans เหล้ายีน, กางเกงยีนส์ blucin, cin quần jeans, rượu gin 杜松子酒, 牛仔裤
ουσ α άκλ τζιν [dzin]
1 σχετικά χοντρό και ανθεκτικό ύφασμα κυρίως για παντελόνια και σακάκια jean
ένα φόρεμα από τζιν une robe en jean
2 παντελόνι από τζιν jeans
φοράω τζιν porter un jeans


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.