| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.758.181 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τηγανίτα |
0,01 sec. |
|
|
τηγανίτα pancake فطيرة محلاة palačinka pandekage Pfannkuchen panqueque, tortita ohukainen crêpe palačinka frittella パンケーキ 팬케이크 pannenkoek pannekake naleśnik panqueca блин pannkaka ขนมแพนเค้ก krep bánh kếp 薄烤饼
ουσ θ τηγανίτα [tiɣa'nita] ζύμη που τηγανίζεται σε λάδι beignet Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|