| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.316.346 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τηλέφωνο |
0,04 sec. |
|
τηλέφωνο telefoon telefon Telefon phone, telephone teléfono puhelin טלפון telefon telefon sími 電話 전화 telefonas telefoon telefon telefon telefone телефон telefon telefon điện thoại téléphone تليفون, هاتف telefon telefono โทรศัพท์ telefon 电话 ουσ ουδ τηλέφωνο [ti'lefono] συσκευή με την οποία επικοινωνούμε προφορικά από απόσταση téléphoneπαίρνω κπ (στο) τηλέφωνο τηλεφωνάω σε κπ appeler qqntéléphoner à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|