| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.759.619 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τηλεκατευθυνόμενος |
0,01 sec. |
|
|
τηλεκατευθυνόμενος متحكم به عن بعد řízený rádiem fjernstyret ferngesteuert radio-controlled teledirigido radio-ohjattava radioguidé na radio-upravljanje radiocomandato 無線制御の 무선으로 조종되는 radiografisch radiostyrt radiokontrolowany controlado por rádio радиоуправляемый radiostyrd ที่ควมคุมด้วยวิทยุ uzaktan kumandalı được điều khiển bằng rađiô 无线电操纵的
επίθ α / θ / ουδ τηλεκατευθυνόμενος, τηλεκατευθυνόμενη, τηλεκατευθυνόμενο [tilekatefθi'nomenos, telikatefθi'nomeni, tilekatefθi'nomeno] που κατευθύνεται από μακριά téléguidé/-ée τηλεκατευθυνόμενο αυτοκίνητο une voiture téléguidée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|