| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.320.832 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τηλεσκόπιο |
0,01 sec. |
|
τηλεσκόπιο telescope télescope, longue-vue телескоп تليسكوب teleskop teleskop Teleskop telescopio kaukoputki teleskop telescopio 望遠鏡 망원경 telescoop teleskop teleskop telescópio teleskop กล้องส่องทางไกล teleskop kính viễn vọng 望远镜 ουσ ουδ τηλεσκόπιο [tile'skopio] μηχάνημα που προσεγγίζει αντικείμενα που δε φαίνονται με γυμνό μάτι télescope Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|