| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.992.997 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τηλεφωνάω |
0,01 sec. |
|
τηλεφωνάω ραμετβ τηλεφωνάω, τηλεφωνώ [tilefo'nao, tilefo'no] μιλάω με κπ ή παίρνω κπ στο τηλέφωνο téléphonerappeler τηλεφωνάω σε κπ appeler qqntéléphoner à qqn ρ μεσοπαθ τηλεφωνιέμαι [tilefo'ɲeme] se téléphoners'appeler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|