| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.764.329 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τηλεφωνικός |
0,01 sec. |
|
|
τηλεφωνικός téléphonique Telefon телефон telefone الهاتف telefon phone teléfono telefoon телефон 电话 電話 Telefon Telefon puhelin טלפון Telefon โทรศัพท์
επίθ α / θ / ουδ τηλεφωνικός, τηλεφωνική, τηλεφωνικό [tilefoni'kos, tilefoni'ci, tilefoni'ko] σχετικός ή που γίνεται με το τηλέφωνο téléphoniquede téléphone τηλεφωνικός θάλαμος une cabine téléphonique τηλεφωνική συνομιλία un entretien téléphonique επίρρ τηλεφωνικά [tilefoni'ka] par téléphonetéléphoniquement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|