| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.765.412 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τηλεφώνημα |
0,02 sec. |
|
|
τηλεφώνημα اتصال هاتفي telefonní hovor telefonopkald Anruf phonecall, call llamada telefónica puhelu appel téléphonique telefonski poziv chiamata telefonica 電話をかけること 전화 telefoontje telefonsamtale rozmowa telefoniczna chamada telefónica, chamada telefônica телефонный звонок telefonsamtal โทรศัพท์หา telefon görüşmesi cuộc điện thoại 电话 שיחה
ουσ ουδ τηλεφώνημα [tile'fonima] 1 τηλεφωνική κλήση coup de téléphone/de filappel téléphonique λαμβάνω ένα τηλεφώνημα recevoir un coup de fil 2 τηλεφωνική συνομιλία un entretien téléphonique Το τηλεφώνημα κράτησε πολλή ώρα. La communication a duré longtemps. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|