| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.876.833 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τηρώ |
0,02 sec. |
|
τηρώ observe ρ μετβ τηρώ [ti'ro] 1 εφαρμόζω respecterappliquer τηρώ τους κανόνες respecter les règles 2 κρατάω, δεσμεύομαι tenir τηρώ υπόσχεση tenir une promesse ρ μεσοπαθ τηρούμαι [ti'rume] ακολουθούμαι être conservé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|