| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.946.021 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τιθασεύω |
0,01 sec. |
|
τιθασεύω domesticate, tame, master يُتْقِن osvojit (si) mestre meistern dominar hallita maîtriser ovladati dominare 支配する 터득하다 overmeesteren mestre opanować dominar овладевать behärska เข้าใจถ่องแท้ üstesinden gelmek làm chủ 精通 ρ μετβ τιθασεύω [tiθa'sevo] εξημερώνω apprivoiser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|