Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.726.702 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τιμή

0,02 sec.
τιμή price, value, rate, honor, honour prezo honneur, prix prezzo, onore preço, honra سِعر, شَرف cena, čest ære, pris Ehre, Preis honor, precio hinta, kunnia čast, cijena 価格, 道義心 가격, 명예 eer, prijs ære, pris cena, honor цена, честь ära, pris เกียรติยศ, ราคา fiyat, onur danh dự, giá 价格, 荣誉
ουσ θ τιμή [ti'mi]
1 η χρηματική αξία prix; coût
η τιμή αγοράς le prix d'achat
λιανική τιμή le coût de revient
2 η υπόληψη honneur
η τιμή της οικογένειας l'honneur de la famille
3 ένδειξη σεβασμού και εκτίμησης honneur
κάνω την τιμή σε κπ faire honneur à qqn
προς τιμήν κάποιου en l'honneur de qqn
λόγω τιμής/στο λόγο της τιμής μου
έκφραση όρκου parole d'honneur


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.