| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.333.060 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τιμωρώ |
0,01 sec. |
|
τιμωρώ punish, castigate, chasten punir يُعَاقِب potrestat straffe bestrafen castigar rangaista kazniti punire 罰する 벌을 주다 straffen straffe ukarać punir наказывать bestraffa ลงโทษ cezalandırmak phạt 惩罚 ρ μετβ τιμωρώ [timo'ro] βάζω κπ τιμωρία punirsanctionner τιμωρώ αυστηρά κπ punir qqn sévèrement Ο διαιτητής τιμώρησε τον παίκτη με κόκκινη κάρτα. L'arbitre a sanctionné le joueur d'un carton rouge. ρ μεσοπαθ τιμωρούμαι [timo'rume] être puni/-ieêtre sanctionné/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|