Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.598.908 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τινάζω

0,02 sec.
τινάζω
ρ μετβ τινάζω [ti'nazo]
1 χτυπάω κτ για να καθαρίσει battre
τινάζω το χαλί battre le tapis
2 κουνάω με δύναμη battresecouer
τινάζω τα φτερά μου battre des ailes
τινάζω το κεφάλι secouer la tête
3 ρίχνω κτ μακριά lancer (avec force)
Τίναξε το βάζο στον τοίχο. Il a lancé le vase avec force contre le mur.
τινάζω κτ στον αέρα
προκαλώ έκρηξη faire sauter qqch
Τίναξαν το σιδηρόδρομο στον αέρα. On a fait sauter la voie ferrée.
Τον τίναξε το ρεύμα.
έπαθε ηλεκτροπληξία Il s'est fait électrocuter.
ρ μεσοπαθ τινάζομαι [ti'nazome]
πετάγομαι από τη θέση μου sursauterbondir
Τινάχτηκα μόλις τον είδα. J'ai sursauté lorsque je l'ai vu.
τινάζομαι στον ύπνο μου s'éveiller en sursautbondir de son lit


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.