| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.773.212 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τινάζω |
0,02 sec. |
|
|
τινάζω
ρ μετβ τινάζω [ti'nazo] 2 κουνάω με δύναμη battresecouer τινάζω τα φτερά μου battre des ailes 3 ρίχνω κτ μακριά lancer (avec force) τινάζω κτ στον αέρα προκαλώ έκρηξη faire sauter qqch Τον τίναξε το ρεύμα. έπαθε ηλεκτροπληξία Il s'est fait électrocuter. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|