| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.284.787 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τιρμπουσόν |
0,01 sec. |
|
τιρμπουσόν corkscrew sacacorchos tire-bouchon korkociąg Korkenzieher نازعة السدادات vývrtka proptrækker korkkiruuvi vadičep cavatappi コルク栓抜き 코르크 마개뽑이 kurkentrekker korketrekker saca-rolhas штопор korkskruv สว่านเปิดจุกขวด tirbuşon cái mở nút chai 开塞钻 ουσ ουδ άκλ τιρμπουσόν [tirbu'son] ανοιχτήρι για μπουκάλια με φελό tire-bouchon Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|