| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.183.178 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βρέχω |
0,03 sec. |
|
βρέχω rain, wet, drench humidifier ρ μετβ βρέχω ['vrexo] 1 ρίχνω νερό mouillertremper βρέχω τα παπούτσια μου tremper ses chaussures ρ μεσοπαθ βρέχομαι ['vrexome] 1 μουσκεύομαι être trempé/-ée Βράχηκαν τα παπούτσια μου. Mes chaussures sont trempées. 2 συνορεύω με θάλασσα être baigné/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|