| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.054.858 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
προάλλες |
0,01 sec. |
|
προάλλες ουσ θ πληθυντικός προάλλες [pro'ales] τις προάλλες πριν από λίγο καιρό l'autre jour Τη συνάντησα τις προάλλες. Je l'ai rencontrée l'autre jour. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|