| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.774.401 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τμήμα |
0,01 sec. |
|
|
τμήμα department, section, compartment, segment, part جزء, قِسم část, oddělení afdeling, del Abteilung, Teil departamento, parte, sección osa, osasto partie, service dio, odjel parte, reparto 部分, 部門 부, 일부 afdeling, onderdeel avdeling, del część, dział departamento, parte, seção отдел, часть avdelning, del แผนก, ส่วนหนึ่ง bölüm, parça phần, phòng 部分, 部门 раздел
ουσ ουδ τμήμα ['tmima] 2 κλάδος département; section το τμήμα γλωσσολογίας le département d'études linguistiques 3 τάξη σχολικής χρονιάς classe Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|